Υποθαλάσσιο ανάγλυφο

Υποθαλάσσιο ανάγλυφο

Ο βυθός των ωκεανών δεν είναι ομαλός αλλά διασχίζεται από βαθιές και στενές τάφρους µεγάλου βάθους καθώς και από υποθαλάσσιες ράχες.

Μια τοπογραφική τoµή ωκεάνιας λεκάνης και ενός ηπειρωτικού τµήµατος παρουσιάζουν πολλές οµοιότητες. Μια λεπτοµερής όµως µελέτη τους θα αποκάλυπτε πολλές διαφορές. Tα τοπογραφικά χαρακτηριστικά µιας ωκεάνιας λεκάνης είναι:

οι ηπειρωτικές κρηπίδες, οι ηπειρωτικές κατωφέρειες, οι υποθαλάσσιες κοιλάδες, οι τάφροι, τα αβυσικά πεδία, τα υποθαλάσσια όρη κλπ. Tα τµήµατα των ηπείρων που περιλαµβάνονται ανάµεσα στη στάθµη της θάλασσας και την ισοβαθή των 200 m αποτελούν το 11% της συνολικής επιφάνειας της Γης. Το τµήµα αυτό (ηπειρωτικό περιθώριο,continental margin) είναι αναπτυγµένο στον Ατλαντικό και Ινδικό ωκεανό, ενώ στον Ειρηνικό είναι πολύ περιορισµένο. Στο βάθος των 200 m ελαττώνεται η επίδραση των θαλασσίων κυµάτων και αποτελεί επίσης όριο της επίδρασης των κυµάτων ανοικτής θάλασσας.

Σε µια τοµή ωκεάνιας λεκάνης διακρίνονται τα ακόλουθα τµήµατα:


sub_ocean2

 

α) Ηπειρωτική κρηπίδα.  Ηπειρωτική κρηπίδα, είναι το αβαθές και σχεδόν επίπεδο υποθαλάσσιο τµήµα της ηπειρωτικής µάζας. Η προέλευση της ηπειρωτικής κρηπίδας καθώς και τα χαρακτηριστικά της οφείλονται στη δράση των κυµάτων και των ρευµάτων που δρουν κατά µήκος της ακτής καθώς και στη διαβρωτική δράση παραγόντων που δρουν στην ξηρά. Το µέσο πλάτος της ηπειρωτικής κρηπίδας είναι 60 km αλλά µπορεί να φθάσει έως 1300 km. Το βάθος είναι µικρό, από 0-130 ή 180 µέτρα. Όλες οι γεωλογικές µελέτεςέχουν αποδείξει ότι πρόκειται για µια προέκταση της ξηράς, που καλύπτεται από ένα λεπτό πάχος σύγχρονων ιζηµάτων και µικρό βάθος θαλασσινού νερού.

β) Ηπειρωτική κατωφέρεια.  Ηπειρωτική κατωφέρεια, είναι η κλιτύς (κατηφόρα)  που βρίσκεται ανάµεσα στην ηπειρωτική κρηπίδα και τη βαθιά θάλασσα. Η ηπειρωτική κατωφέρεια αποτελεί το όριο ανάµεσα  στον ηπειρωτικό και τον ωκεάνιο φλοιό. Αρχίζει από τα 200 µέτρα και φτάνει στα 3.000 ή 4.000 µέτρα στα σταθερά περιθώρια και 5.000 έως 10.000 µέτρα στα ενεργά. Η µέση µορφολογική κλίση είναι µικρή 40-50, αλλά συγκρινόµενη µε αυτή της κρηπίδας, είναι περίπου 20 φορές µεγαλύτερη. Η ηπειρωτική κατωφέρεια αποκόπτεται από υποθαλάσσιες κοιλάδες (canyons), που αρχίζουν µερικές φορές από την ακτογραµµή.

γ) Ηπειρωτικό χείλος. Οι πρόποδες της ηπειρωτικής κατωφέρειας ονοµάζονται µερικές φορές ηπειρωτικά χείλη. Αυτά παρουσιάζουν µια µικρή κλίση (1% έως 1,5%, από 4.000-5.000 µέτρα) και διασχίζονται από κοιλάδες, που οι απολήξεις τους δίνουν µια µορφή ριπιδίων. Το ηπειρωτικό χείλος σχηµατίζεται είτε πάνω σε λεπτό ηπειρωτικό φλοιό, είτε σε ωκεάνιο. Τα ενεργά ηπειρωτικά περιθώρια (π.χ. Ειρηνικού ωκεανού) δεν περιέχουν ηπειρωτικό χείλος. Χαρακτηρίζονται από την παρουσία µιας περιθωριακής τάφρου, πλάτους 70-100 χιλιοµέτρων κατά µέσον όρο. Το µήκος της τάφρου µερικές φορές φτάνει τα εκατοντάδες χιλιόµετρα και µέσα σε αυτές βρίσκονται τα µεγαλύτερα βάθη της υδρογείου (π.χ. τάφρος των Tonga 10km, τάφρος των Μαριάννων νήσων 11km).

 δ) Αβυσικά πεδία. Αβυσικά πεδία, είναι περιοχές επίπεδες που εκτείνονται πέρα από την ηπειρωτική κατωφέρεια προς τη βαθιά θάλασσα και η κλίση τους είναι περίπου 1 m/km.

ε) Ωκεάνια τάφρος. Ωκεάνια τάφρος είναι µια επιµήκης, στενή και βαθιά λεκάνη στο θαλάσσιο πυθµένα.



Ωκεάνεια ιζήματα

Οι ωκεάνιες λεκάνες καλύπτονται από ιζήµατα που διακρίνονται σε χερσαία, πελαγικά, υποθαλάσσιας ηφαιστειότητας και κοσµικής προέλευσης.

Tα χερσαία ιζήµατα µεταφέρονται στη θάλασσα µε τα ποτάµια, τον αέρα ή τους παγετώνες και από τα κύµατα που διαβρώνουν τις ακτές.

Tα πελαγικά ιζήµατα είναι οργανικής προέλευσης, όστρακα, σκελετοί ζώων κλπ και συναντώνται κυρίως στα µεγάλα βάθη.

Tα ιζήµατα από υποθαλάσσια δραστηριότητα αποτελούνται από ηφαιστειακή τέφρα και τέλος

τα ιζήµατα κοσµικής προέλευσης είναι µικροσκοπικού µεγέθους τµήµατα µετεωριτών.



Σύσταση νερού

 Το θαλασσινό νερό περιέχει 3,5% περίπου  διαλυµένες ορυκτές ουσίες. Οι κυριότερες είναι: χλώριο 55%, Νάτριο 30,62%, επίσης σε µικρότερη αναλογία περιέχει SO4, Mg, Ca, Κ, HCO3, Br και Sr. Αν οι ουσίες αυτές κατακρηµνίζονταν θα κάλυπταν τους θαλάσσιους πυθµένες µε άλατα πάχους 56 m. Το θαλασσινό νερό έχει αλµυρότητα 35°/οο. Tα κυριότερα στοιχεία που προκαλούν την αλµυρότητα είναι το Na και το Cl. Όταν το νερό εξατµίζεται τα άλατα που κατακρηµνίζονται αποτελούνται κατά 75% από NaCl.

Πηγή: Δρ. Ε. Λυκούδη Αθήνα 2005